Τρίτη, 13 Ιουλίου 2010

"Γιατί μας έπιασαν οι ζέστες" by Μαράκι

Πολυφορεμένο και πάντα στη μόδα το συγκεκριμένο ζήτημα: αγάπη, έρωτας... Για άλλους χημικές ενώσεις που μας τυραννούν, για άλλους (αγγλομαθείς κυρίως) πεταλούδες στο στομάχι.

(Κάτι που θαυμάζω πάντα είναι πως άλλες κουλτούρες μας επηρεάζουν μέσω των ξένων γλωσσών που μαθαίνουμε και του Lifestyle που υιοθετούμε, π.χ. πριν τα αμερικάνικα blockbusters το «σ’αγαπώ» δεν ήταν παρα μια απλή φράση – βλέπε πόσο εύκολα τη χρησιμοποιούσαν σε όλες τις παλιές ελληνικές ταινίες, και το «πεταλούδες στο στομάχι» είναι κάπως φτωχό και λίγο για να περιγράψει στα ελληνικά αυτό το συναίσθημα. Εγώ πεταλούδες στο στομάχι νοιώθω όταν έχει στροφές ο δρόμος.)

Πίσω στο θέμα μετά από αυτή τη παρένθεση σε μέγεθος παραγράφου. Αγάπη... Ο καθένας την αντιλαμβάνεται διαφορετικά, υποθέτω βάση των εμπειριών του. Κάποιοι πασχίζουν μια ζωή να αγαπήσουν και να αγαπηθούν και άλλοι από φόβο δέσμευσης τρέχουν μακρυά στο άκουσμα της. Συνήθως θεωρούσα ότι οι πρώτοι πρέπει να βρουν νόημα στη ζωή τους. Και δικαιολογούσα τους δεύτερους επηρεασμένη ίσως από εκείνο το τετράστιχο του Καζαντζάκη περί ελευθερίας. Για να είσαι ελεύθερος, πρέπει να μη σε νοιάζει.  

Για να ρίξω λίγο το επίπεδο γιατί θέλω να είναι χαμηλό θα πετάξω μια ατάκα της Lady GagaSome women choose to follow men, and some women choose to follow their dreams. If you're wondering which way to go, remember that your career will never wake up and tell you that it doesn't love you anymore. Δεν είχα καταλήξει ποιοι από τους δύο είχαν περισσότερο δίκιο, με ποιους από τους δύο θα τασσόμουν εγώ. Μέχρι που έπεσα πάνω σε αυτό το ποίημα του Γ. Δαμασκηνού (Έτσι θέλω):

Σου απλώνω το χέρι
όχι για να μου το απλώσεις κι εσύ
Σε κοιτώ στα μάτια
όχι για να με κοιτάξεις κι εσύ
Σου λέω γλυκά λόγια
όχι για να μου πεις κι εσύ τα ίδια
Σε αγαπώ
όχι γιατί μπορεί κι εσύ να μ’ αγαπάς
Αλλά , γιατί έτσι θέλω


Δε ξέρω γιατί με συγκίνησε τόσο, τι μου κίνησε το ενδιαφέρον. Ίσως ήταν ότι αποτύπωνε τη πραγματική φύση της αγάπης, όπως τη φαντάζομαι εγώ. Όχι σα μια εγωιστική αναζήτηση του έτερου μισού, όχι σα κάλυψη της ανάγκης να αγαπάμε και να αγαπιόμαστε. Αλλά ένα ειλικρινές συναίσθημα, που δε μπορούμε πάντα, ή μάλλον ποτέ να ελέγξουμε. Δεν επιλέγουμε ποιους αγαπάμε, δε επιλέγουμε το πως νοιώθουν αυτοί για μας και δε μπορούμε να το ελέγξουμε, ούτε να τους το επιβάλλουμε. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να τους δείξουμε την αγάπη μας και να μη περιμένουμε απολύτως τίποτα σε αντάλλαγμα. Δίνουμε αγάπη γιατί δε θέλουμε να τη κρύψουμε, ή κρύβουμε την αγάπη μας σε κάποιο πρόσωπο γιατί δε μπορούμε να τη φανερώσουμε. Αλλά αγαπάμε γιατί έτσι θέλουμε, γιατί ένα ξεβράκωτο αγγελάκι μας χτύπησε με τα βέλη του ή γιατί μυρίσαμε τις φερεμόνες/τεστοστερόνη/δε-ξερω-και-εγώ-τι του άλλου. 

Το να αγαπάς για να αγαπιέσαι είναι για μένα εγωιστικό, το να αγαπάς για να κτίσεις το παραμύθι σου είναι ψεύτικο. Αλλά μεταξύ μας, για τον ανθρώπινο εγκέφαλο μιλάμε, μπορεί να ξεγελάσει ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό, να πει ψέμματα και να τα πιστέψει. Δε λέω οτι κάθε φορά που ισχυρίζεστε ότι αγαπάτε κάποιον είναι κατασκεύσμα του εγκεφάλου σας, αλλά πόσες φορές άραγε προσφέρουμε την αγάπη μας, χωρίς όρους, χωρίς να περιμένουμε ανταλλάγματα, αγαπάμε γιατί απλά έτσι θέλουμε/νοιώθουμε. Και γιατί σώνει και ντε να πρέπει να «ξεχάσουμε» αυτούς που δεν ανταποκρίθηκαν στην αγάπη μας;

Καταλήγω με ένα απόσπασμα απο ένα cheesy όπως θα έλεγαν και αρκετά πιο δυτικά, γλυκανάλατο θα λέγαμε εμείς βιβλίο, για να δείξω οτι είμαι πολυδιαβασμένη. “ A walk to remember”  του Nicholas Sparks (μπορεί να έχετε δει τη ταίνια). Το παρακάτω αναφέρεται στο βιβλίο και είναι εδάφιο της Βίβλου. Θα ψάξω να βρω ποιο και θα σας ενημερώσω.

Love is always patient and kind. It is never jealous. Love is never boastful or conceited. It is never rude or selfish. It does not take offense and is not resentful. Love takes no pleasure in other people’s sins, but delights in the truth. It is always ready to excuse, to trust, to hope and to endure whatever comes.

Τετάρτη, 7 Ιουλίου 2010

Ο Διονύσης.

 «Άλλη μια μέρα τελείωσε με τη συνηθισμένη της ρουτίνα!»,σκέφτηκε. Για ακόμα μια φορά θα γύριζε στο μικρό του δωμάτιο ολομόναχος! Θα κάθονταν στην άκρη του κρεβατιού του και θα κοίταζε τον εαυτό του στον καθρέφτη! Ο ίδιος άνθρωπος κάθε μέρα! Το ίδιο ύφος, το ίδιο βλέμμα, τα ίδια ρούχα! Έπειτα, αφού θα είχε περιεργαστεί τη φιγούρα του και θα συνειδητοποιούσε την ανάγκη του για αλλαγή, θα άνοιγε το συρτάρι των αναμνήσεων του! Θα άρχιζε από τα παιδικά του χρόνια . Tις ατελείωτες εξερευνήσεις που έκαναν με την παρέα του χωριού σε ερειπωμένα σπίτια, τις μοναδικές φιγούρες της γιαγιάς και του παππού και τις πεντανόστιμες πίτες της πρώτης σε συνδυασμό με τα μοναδικά καλέσματα του δεύτερου: «Έλα γλετσέ Διόνυσε να αρχίσει το φαγοπότι γιατί η Μεγάλη Θεά έχει αρχίσει να θυμώνει! ».Tους πρώτους του έρωτες, τα πρώτα του φιλιά, την πρώτη του φορά….μετά θα θυμόταν την Άρτεμη! Την μεγάλη του αγάπη! Αυτή η κοπέλα τελικά θα συνειδητοποιούσε πως είχε χαραχτεί βαθιά μέσα στην καρδιά του! Σε αυτό το σημείο θα ξάπλωνε μελαγχολικά στο κρεβάτι του και θα συνέχιζε να την σκέφτεται.

«Όχι! Όχι αυτή τη φορά!», είπε μέσα του λίγο πριν βάλει το κλειδί στην πόρτα! Έκανε απότομα μεταβολή και κατέβηκε σχεδόν τρέχοντας της σκάλες. Χωρίς να το καταλάβει βρέθηκε στην είσοδο της πολυκατοικίας του καθισμένος σε μια γωνιά. Απέναντι του, ένα ταλαιπωρημένο σκυλάκι μικρής ηλικίας ,κουλουριασμένο. Δεν μπορούσε να σταματήσει να το χαζεύει. Χαμογέλασε ευτυχισμένος!

Την άλλη μέρα ένα χάδι στο μάγουλο τον ξύπνησε με τρυφερότητα!

«Διονύση παιδί μου, ξύπνα» ήταν η σπιτονοικοκυρά του, «Εδώ κοιμήθηκες αγόρι μου;»

Κάτι είχε αλλάξει εκείνο το βράδυ. Τίποτα δεν ήταν ίδιο πια! Ο Διονύσης ένιωθε πλέον χαρούμενος, ευτυχισμένος, ζωντανός. Κοίταξε το κουταβάκι στην αγκαλιά του. Τι γλυκό, σκέφτηκε! Δεν μπορούσε να επιτρέψει στον εαυτό του να γίνει δυστυχισμένος πάλι. Ήξερε πλέον τι έπρεπε να κάνει! Θα τα άλλαζε όλα! Όλα!

Ρούχα, δουλεία, σπίτι….δεν είχε τίποτα να χάσει….τίποτα απολύτως! Κοίταξε ψηλά το κομμάτι του ουρανού που επιεικώς του επέτρεπαν οι γύρω πολυκατοικίες να διακρίνει! Πόσο γαλάζιος, πόσο καθαρός! Το βλέμμα του χάθηκε στο άσπρο ενός μικρού σύννεφου! Χάθηκε κι αυτός. Το σώμα του έμεινε να στέκεται στην είσοδο της πολυκατοικίας. Στην είσοδο του οικήματος που μέχρι χτες αποκαλούσε σπίτι του! Έφυγε. Άφησε τα πάντα πίσω του, χαμογελώντας πλατιά! Και ήταν ακόμα ευτυχισμένος! Για πάντα ευτυχισμένος! Πέταγε ψηλά, κρατώντας το μικρό σκυλάκι του αγκαλιά. Για μια στιγμή νόμισε πως αυτό κούνησε την ουρά του! Γέλασε δυνατά! Χα Χα! Το σκυλάκι κοιμόταν! Έσκυψε τρυφερά, του φίλησε την μυτούλα και ύστερα του ψιθύρισε στο αυτί: μην ανησυχείς αγάπη μου, θα μας πάρω μακριά!

Και δεν ξαναμίλησε!